H ,παρά φύσιν ,προς κτήσιν ορμή

γέρ. Ευσεβίου Βίττη

hermitage

Xαρακτηριστικό τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ τρομερὴ ἐξωστρέφεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἀναζήτηση μὲ κάθε τρόπο τῆς ἱκανοποίησης τῆς «ὁρμῆς πρὸς κτῆσιν».
Ὅλα σπρώχνουν τὸ σημερινὸ ἄνθρωπο πρὸς τὰ ἔξω, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐρεθίζουν καὶ προκαλοῦν τὶς ὁρμὲς καὶ τὰ πάθη του στὸ ἔπακρο καθιστώντας τον «δοῦλον ἀντ’ ἐλευθέρου».
Ὁ τύπος, ἡ ρεκλάμα, τὸ ποικίλο θέαμα καὶ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, οἱ τεράστιες ἀθλητικὲς συγκεντρώσεις καὶ ὅλες οἱ ἀντίστοιχές τους, ὁ τουρισμός, ἡ εὐκολία διακίνησης, ἡ πολιτικὴ καὶ οἱ γύρω ἀπὸ αὐτὴν ἀγῶνες καὶ ἕνα σωρὸ ἄλλες ἐκδηλώσεις, σπρώχνουν τὸν ἄνθρωπο ὅλο καὶ πρὸς τὰ ἔξω καὶ δὲν τοῦ ἀφήνουν περιθώρια γιὰ ἐσωτερικὴ ζωὴ καὶ ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἑαυτό του.
Ἡ ὀργανωμένη ἐκμετάλλευση τῶν ἀδυναμιῶν τοῦ ἀνθρώπου κάνει ἀκόμα πιὸ ἀξιοθρήνητη τὴν πνευματική του ὑποδούλωση καὶ ἀνελευθερία. Ὄχι πὼς οἱ ἐκδηλώσεις αὐτὲς δὲν ὑπῆρχαν καὶ πιὸ παλιά. Σήμερα ὅμως ἔφτασαν στὸ ζενὶθ τῆς ἀνάπτυξής τους γι’ αὐτὸ καὶ ἡ δύναμη ἐπίδρασής τους στὴ ζωὴ τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου ἔγινε τερατώδης.
‘Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος, ἂν τοῦ ἀφαιρέσεις τὰ ἐξωτερικὰ ἐποχιακά του ροῦχα, εἶναι κατὰ βάθος ὁ ἴδιος. Ὁρμές, τάσεις, ὤσεις καὶ ἀπώσεις μέσα του παραμένουν οἱ ἴδιες διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ σημερινὰ μέσα ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω ἐπιδροῦν φοβερὰ μέσα του δίνοντας ἐλευθερία στὶς ὁρμές, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάπτυξη εὐνοοῦν στὸ ἔπακρο.
Δὲν ἔμεινε γι’ αὐτὸ ἀνεπηρέαστη καὶ ἡ «πρὸς κτῆσιν ὁρμή», τὴν ὁποία πρὸ πάντων σήμερα ἐκμεταλλεύεται ἡ καταναλωτικὴ νοοτροπία καὶ δομὴ τῆς κοινωνίας μας.
Κανένας δὲν ἀρνεῖται πὼς εἶναι ἀναγκαία ἡ ὁρμὴ αὐτή, ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἄλλες, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιβιώσει. Πῶς ἀλλιῶς θὰ ὑπερνικοῦσε τὶς χίλιες δύο δυσκολίες καὶ τὰ ἀναρίθμητα ἐμπόδια ποὺ τοῦ προβάλλονται στὸ δρόμο τῆς ζωῆς, ἂν δὲν εἶχε αὐτὲς τὶς σχυρὲς ὠθήσεις μέσα του, ὥστε νὰ κατανικήσει ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ ἐμπόδια ποὺ τοῦ φράζουν τὴν πορεία; Πῶς θὰ ἱκανοποιοῦσε τὴν ἀνάγκη τροφῆς, στέγης, προστασίας ἀπὸ τὶς ἀρνητικὲς ἐπιδράσεις τοῦ περιβάλλοντός του ὁ ἄνθρωπος χωρὶς καὶ τὴν ὁρμὴ τοῦ κτᾶσθαι,νὰ ἀποκτήσει, νὰ ἔχει ὑλικὰ ἀγαθά, ποὺ νὰ ἱκανοποιοῦν τὶς ἀνάγκες συντήρησής του; Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρηση στὸ σημεῖο αὐτό.
Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ μέχρι τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς ὁρμῆς, ὅπως συμβαίνει ἀτυχῶς καὶ μὲ ἄλλες ὁρμές του, ἡ ἀπόσταση εἶναι πολὺ μεγάλη. Ἡ ὁρμὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔχει γίνεται, ἐφόσον δὲν τὴν χαλιναγωγήσει ἔγκαιρα μὲ εἰδικὸ ἀγώνα, ἰσχυρή, βίαιη, τυφλή, πάθος ἀκαταγώνιστο, ποὺ παρασέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ φρενήρη δρόμο χωρὶς σταμάτημα, ὅπως τὰ ἀφηνιασμένα ἄλογα τὴν ἅμαξα, ποὺ τὴ σέρνουν ὅπου τὰ ὁδηγεῖ ἡ τυφλὴ ὁρμή τους.

Ἡ ἀρχαία σοφία εἶχε ἀντιληφθεῖ πόσο χαμηλὰ κατεβάζει τὸν ἄνθρωπο ἡ ὑποδούλωσή του στὴν ὁρμὴ τοῦ «κτᾶσθαι». Ὁ Σωκράτης, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ξενοφῶν στὰ Ἀπομνημονεύματά του (1,6,10), ἔλεγε: Ἔχω, λέει, τὴ γνώμη πὼς χαρακτηριστικό τοῦ θεοῦ εἶναι ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε. Ἡ δυνατότητα νὰ χρειάζεται κανένας ὅσο γίνεται πιὸ λίγα αὐτὸ τὸν τοποθετεῖ πάρα πολὺ κοντὰ στὸ θεό. Καὶ ὁ μὲν Θεὸς εἶναι ὁ ἄριστος. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ στέκει πάρα πολὺ κοντὰ στὸ Θεὸ στέκει καὶ πάρα πολὺ κοντὰ στὸ ἄριστο.
Ὅ,τι συνέλαβε ἡ ἔξοχη ἐκείνη διάνοια, τὸ πραγματοποίησαν χωρὶς νὰ ξέρουν tί εἶπε ὁ σοφὸς, οἱ χριστιανοὶ ἀσκητὲς ἀκολουθώντας τὸν μοναδικὸ Ἀκτήμονα, ὁ ὁποῖος «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ». καὶ ἀντέταξαν στὴ χλιδὴ καὶ τὴν πολυκτησία τοῦ πλούτου, στὴ μανία τοῦ ἔχειν, κατέχειν καὶ πολυέχειν, τὴν τέλεια ἀκτημοσύνη.
Καὶ μένει κανένας κατάπληκτος μπρὸς στὴν ἀποφασιστικότητα καὶ τὴν ἀνυποχώρητη στάση τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων στὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν λένε πολλὰ λόγια. Δείχνουν τὸ δρόμο μὲ τὸ παράδειγμά τους στοὺς νεώτερους καὶ ἐπιμένουν στὴν ἀρχὴ αὐτὴ χωρὶς τὸν παραμικρότερο συμβιβασμό. Μερικὲς χαρακτηριστικὲς διηγήσεις θὰ ἰδοῦμε ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ἀναφέρει τὸ καταπληκτικὸ βιβλίο ποὺ λέγεται «Γεροντικό». Καιρὸς πιὰ νὰ ἀκούσουμε τοὺς ἴδιους νὰ μᾶς μιλοῦν μὲ τὸν τρόπο τους γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό. (Ἀντωνίου, ιθ΄ σ. 3). Κάποιος ἀδελφὸς ποὺ ἀρνήθηκε τὸν κόσμο καὶ μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀλλὰ κράτησε καὶ λίγα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἦρθε στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο. Ὅταν ὁ γέροντας τὸ πληροφορήθηκε αὐτό, τοῦ λέει ἂν θέλεις νὰ γίνεις μοναχός, πήγαινε στὸ τάδε χωριὸ καὶ ἀγόρασε κρέας. Φορτώσου το στὸ γυμνό σου σῶμα καὶ ἔλα ἐδῶ. Ὁ ἀδελφὸς ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ γέροντας, ἀλλὰ τὰ σκυλιὰ καὶ τὰ ὄρνια τοῦ καταξέσχισαν τὸ σῶμα. Ἀφοῦ πῆγε στὸ γέροντα, τὸν ρώτησε ἐκεῖνος, ἂν ἔκανε ὅ,τι τὸν συμβούλεψε. καὶ ὅταν ἐκεῖνος τοῦ ἔδειξε τὸ καταξεσχισμένο του σῶμα, τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος· αὐτοὶ ποὺ ἀρνήθηκαν τὸν κόσμο καὶ θέλουν νὰ ἔχουν χρήματα, ἔτσι ξεσχίζονται ἀπὸ τὸν πόλεμο ποὺ τοὺς κάνουν οἱ δαίμονες.
Γνωστὴ παραμένει καὶ ἡ φράση τοῦ Μ. Βασιλείου σὲ μία τέτοια περίπτωση συγκλητικοῦ: «Καὶ τὸν συγκλητικὸ ἀπώλεσας καὶ μοναχὸς οὐκ ἐγένου!» Ὁ Μέγας Ἀντώνιος μὲ τρόπο πολὺ χαρακτηριστικὸ καὶ ὁπωσδήποτε ἀνεξάλειπτα πιὰ γραμμένο στὴ μνήμη ἐκείνου τοῦ ὑποψήφιου μοναχοῦ ὑπογράμμισε πὼς ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι γιὰ κάθε μοναχὸ κάθε ἐποχῆς κάτι ποὺ ἀποτελεῖ ἀπόλυτη καὶ ἀναγκαιότατη προϋπόθεση γιὰ νὰ μπεῖ κανεὶς στὸ στάδιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Καὶ ἡ ἔννοια τοῦ τονισμοῦ αὐτῆς τῆς ἀπόλυτης ἀκτημοσύνης εἶναι ἡ μὴ προσκόλληση στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἡ ἐξάρτηση τοῦ μοναχοῦ ἀπὸ αὐτά. ὅτι καὶ ὁ μ οναχὸς ἔχει ὑλικὲς ἀνάγκες, ἔστω καὶ ἐλάχιστες, εἶναι ἀναντίρρητο.
Ὅμως δὲν ἐξαρτᾶ ποτὲ τὴν ἰδιότητά του ἀπὸ ὑλικὲς προϋποθέσεις, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο προσφέρεται «ὡς θυσία ζῶσα», τέλεια καὶ ὁλόκληρη. Ἔτσι ξεκίνησε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μ. Ἀντώνιος καὶ γι’ αὐτὸ εἶχε ὅλο τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐξουσία νὰ μιλάει ἔτσι στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο. Πόσα ἔχει νὰ πεῖ, ἀλήθεια, ἡ στάση αὐτὴ τῶν μεγάλων ἐκείνων μοναχῶν σ’ ἐμᾶς τοὺς σημερινούς, μοναχοὺς καὶ μή! Εἶναι τόσο λυπηρὸ νὰ βλέπει κανένας πόσο οἱ σημερινοὶ ἐπίγονοι τῶν μεγάλων ἐκείνων πασχίζουμε νὰ ἐξασφαλίσουμε μὲ κάθε τρόπο τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ μέσα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς χαρίσουν ἄνετη ζωή. Καὶ ὄχι μόνο γιά μᾶς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἐπιγόνους μας!
Ὅτι ἡ ἀπόλυτη ἀκτημοσύνη ἀποτελοῦσε ἀπαράβατον κανόνα τῶν ἀρχαίων ἐκείνων μοναχῶν (καὶ ὅσων τοὺς ἀκολουθοῦν πιστὰ καὶ σήμερα) τὸ δείχνει καὶ ἕνα ἄλλο γεγονὸς ποὺ θὰ ἰδοῦμε στὴ συνέχεια. Βλ. (Σιλουανοῦ η΄, σ. 116). Διηγοῦνται γιὰ τὸν ἀββᾶ Σι- λουανὸ τὸ ἑξῆς: Ὁ μαθητὴς του Ζαχαρίας βγῆκε χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσει καὶ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς μεγάλωσε τὴν περίφραξη τοῦ χώρου, ὅπου ἔμεναν. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ γέροντας, πῆρε τὸ ἐπανωφόρι του καὶ βγῆκε. Φεύγοντας εἶπε στοὺς ἀδελφούς· εὐχηθεῖτε γιὰ μένα. Αὐτοὶ βλέποντάς τον νὰ φεύγει, ἔπεσαν στὰ πόδια του καὶ τοῦ ἔλεγαν, πές μας, Τί σοῦ συμβαίνει, πάτερ. καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε· δὲν μπαίνω μέσα καὶ δὲν βγάζω τὸ ἐπανωφόρι μου ἀπὸ πάνω μου ὥσπου νὰ ξαναφέρετε τὸ φράχτη στὴν πρώτη του θέση. Ἐκεῖνοι τὸν ξανάφεραν στὴν πρώτη του θέση καὶ μόνον ἔτσι γύρισε πίσω στὸ κελὶ του ὁ γέροντας. Ὁ ἀββαᾶς ἀντιδρᾶ ἀποφασιστικά, ἀλλὰ χωρὶς φωνές, μαλώματα καὶ ἠθικοδιδασκαλίες. Ἡ ἀντίδρασή τ ου ὀφείλεται στὸ γεγονός, ὅτι μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελε νὰ παραβοῦν οἱ ὑποτακτικοί του τὴν ἀρχὴ τῆς ἀκτημοσύνης. Καὶ τὸ σημαντικὸ εἶναι πὼς στὴν ἐρημιὰ ἐκείνη ποὺ βρισκόταν τότε ἐκεῖνοι οἱ μοναχοὶ δὲν ἔπαιρναν στὴν κατοχὴ τους κανενὸς τὴ γῆ. Ὅλη ἡ ἔρημος ἦταν δική τους. καὶ ὅμως οὔτε αὐτὸ ἦταν ἱκανὸ νὰ πείσει τὸ γέροντα γιὰ τὴν παράβαση τῆς ἀρχῆς τῆς ἀκτημοσύνης. Δὲν ζοῦσαν μὲ τὸ χῶρο ποὺ εἶχαν; Καὶ βέβαια ζοῦσαν. Λοιπὸν, τί τὸν ἤθελαν τὸν παραπάνω χῶρο; Μὲ λεπτότητα μοναδικὴ καὶ σπάνια θέλησε νὰ ἀποχωρήσει ὁ ἴδιος ἀντὶ νὰ βάλει τὶς φωνὲς καὶ νὰ διώξει τοὺς ὑποτακτικούς του ποὺ ἔκαναν τοῦ κεφαλιοῦ τους. Δὲν δείχνουν αὐτὰ μεγαλεῖο ψυχῆς ὄχι τυχαῖο; Ὁ γέροντας ἐνεργώντας ὅπως ἐνέργησε ἤξερε τί ἔκανε. Ἡ ἀπόκτηση μεγαλύτερου χώρου θὰ σήμαινε γιὰ ὅλους μεγαλύτερες φροντίδες γιὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ κόπους περισσότερους μὲ παραμέληση βέβαια τῶν πνευματικῶν τους καθηκόντων, ποὺ συνιστοῦσαν τὸ κύριο ἔργο τους. Οἱ μοναχοὶ δὲν πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ γίνουν γαιοκτήμονες ἤ μεγαλοκτηματίες, ἀλλὰ λάτρεις τοῦ Κυρίου καὶ θεράποντες τοῦ «πᾶσαν τὴν μέριμναν αὐτῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ Αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ αὐτῶν» (Α΄ Πέτρ. 5, 7).
Ἂν ἀνάλογες σκέψεις κυριαρχοῦσαν καὶ σ’ ἐμᾶς τοὺς «περιλειπομένους», τοὺς ὑπόλοιπους χριστιανούς, πόσο πιὸ ἐλεύθεροι θὰ ἤμασταν! Καὶ ὅμως δὲν εἴμαστε. Μία πρόχειρη φυλλομέτρηση τῶν ἐφημερίδων μᾶς πληροφορεῖ γιὰ ἕνα σωρὸ διαμάχες καὶ προστριβὲς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρουμε τὰ ἐγκλήματα, ποὺ διαπράττονται γιὰ ἕνα μέτρο γῆς. Πόσο λίγο μᾶς μιλάει τὸ καταπληκτικὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων ἐκείνων Πατέρων ποὺ καὶ ἀπὸ τὴν ἔρημη γῆ δὲν ἤθελε νὰ πάρουν οὔτε πιθαμή, ἀφοῦ τοὺς ἔφτανε μὲ τὸ παραπάνω καὶ τὸ λίγο ποὺ εἶχαν!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s